Ο Κηλαηδόνης γεννήθηκε σαν σήμερα και μας κάνει ακόμα “απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας”

γράφει η Ραφαέλλα Μανέλη

Λοιπόν, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη τον φαντάζομαι πάντα σε ένα καφενείο κάπου μακριά από εδώ. Εκεί που πάνε όλοι οι ωραίοι τύποι. Μόνο του, σε ένα λευκό τραπεζάκι, να πίνει τον καφέ του και να γελάει που είμαστε ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Φαντάζομαι θα τραγουδάει, που και που, στο “Μεταξουργείο” του Παραδείσου. Τα τραγούδια του, παρά το ότι αποτελούν σαφείς κοινωνικούς απολογισμούς, καταγγελίες αδικίας, ευθυμολογίες και αταξίες κουβαλούν πρωτίστως μια διορατική σοφία. Φαίνεται ότι ο Κηλαηδόνης είχε αυτό το πάντρεμα του λαϊκού και του διανοούμενου, σαν ζωντανό απείκασμα τριών δεκαετιών Ελλάδας. Κι από την άλλη ήταν μοναδικός, μποέμ κι άπιαστος, απ’ αλλού φερμένος. Στις συνεντεύξεις του δεν χρειαζόταν να πει πολλά, συνόψιζε μέσα σε δυο φράσεις μια ολόκληρη κουλτούρα ή την αντίθεση σ’ αυτήν. Άλλωστε είχε δηλώσει «δεν είμαι εγώ εκτός φάσης, η φάση είναι έξω από εμένα».

Τον Κηλαηδόνη τον ακούω κάτι ρετρό πρωινά Σαββάτου, μετά από δύσκολη εβδομάδα και πάντα με τον πατέρα μου. Για την παρέα. Ο Κηλαηδόνης έλεγε ότι θέλει τα τραγούδια του να σου φτιάχνουν τη διάθεση κι αυτό κάνουν, ακόμα και σήμερα. Ίσως, γιατί μας κάνουν να απορούμε με τη διαχρονικότητα του στίχου ή ίσως γιατί τα αγαπημένα «απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» μας κάνουν ακόμα να κουνάμε με απογοήτευση το κεφάλι μπροστά στην κοινωνική αδικία. Ακόμα μπορεί η επιτυχία τους να βασίζεται στο ότι μας κάνουν να γελάμε με το μικροαστισμό που καταγγέλλουν. Αυτή τη μάστιγα που όλοι περιφρονούμε κι όλοι, καθημερινά, τρέχουμε ξωπίσω της.  

Ο Λουκιανός ήταν σύμβολο της ελληνικής μουσικής σκηνής, ερωτευμένος με την Κυψέλη, αριστερός και χαλαρός. Έγινε μουσικός κατά τύχη, σε μια άλλη ζωή θα γίνει γραφίστας ή σκηνοθέτης του σινεμά.  Έγραψε  τραγούδια χαράς «για να μην πέσει σε κατάθλιψη». Λογοκρίθηκε, τα ήπιε με τον Νίκο Γκάτσο, διαφώνησε με το Μάνο Χατζηδάκι, μας είπε ότι η τέχνη είναι δεκανίκι και καλύτερα να μπορέσουμε κάποια στιγμή χωρίς αυτήν και… μίλησε στην καρδιά μας.

Για όσους ατυχείς δεν τον γνωρίζουν, ο Κηλαηδόνης είναι ο δημιουργός του περίφημου «Θα κάτσω σπίτι, θ’ αράξω σπίτι λοιπόν απόψε δεν πρόκειται να βγω. Θα κάτσω σπίτι, θ’ αράξω σπίτι κι άμα πεινάσω τηγανίζω καν’ αυγό…» που έγινε εθνικό σλόγκαν τις πρώτες μέρες της καραντίνας. Για τους υπόλοιπους, ακόμα και για τους νεότερους, ο Κηλαηδόνης είναι μια μοναδική μουσική φυσιογνωμία που σφραγίζει την ιδέα μας για μια ολόκληρη εποχή.

Γεννήθηκε σαν σήμερα, 15 Ιουλίου το 1943. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο και το ΕΜΠ. Ήταν παντρεμένος με την Άννα Βαγενά με την οποία απέκτησε δύο κόρες. Δεν έγινε αρχιτέκτονας γιατί όπως είπε «αν δεν έχεις μια οικογένεια πίσω σου να σε στηρίζει, δεν μπορείς να κάνεις ενδιαφέρονται πράγματα» (συνέντευξη στο Popaganda, 23/1/2014). Για καλή μας τύχη, έγινε τραγουδοποιός.  Οι ειδικοί λένε ότι η μουσική του Κηλαηδόνη ήταν επηρεασμένη από τη τζαζ και την σουίνγκ. Σε κάθε περίπτωση, ήταν πολυγραφότατος διαμορφώνοντας ένα ξεχωριστό κι αναγνωρίσιμο μουσικό ύφος. Με στίχο βαθιά πολιτικό δημιουργεί μέσα από μεγάλες συνεργασίες, όπως αυτή με το Γιάννη Νεγρεπόντη, μια ολόκληρη μουσική φιλοσοφία. Ο Κελαηδόνης μιλά για  την καθημερινότητα, τη γελοιότητα, τις σχέσεις, την αλλοτρίωση και το σύστημα. Συνεργάστηκε με τον Φασουλή, την Παναγιωτοπούλου, τον Νταλάρα, τη Μάνου και πάρα πολλούς άλλους.

Στις 25 Ιουλίου 1983 κάνει το περίφημο πάρτι της Βουλιαγμένης, ότι πιο κοντά σε Woodstock έχει γνωρίσει η Ελλάδα. Λέγεται ότι πέρασαν περίπου 100.000 άνθρωποι από την παραλία εκείνη τη μέρα και πολλοί πήγαν «κατευθείαν για δουλειά». Μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, το πάρτι της Βουλιαγμένης φαντάζει ως η πλέον ρομαντική εκδοχή του αθηναϊκού καλοκαιριού.

Είμαι ένας φτωχός και μόνος Καουμπόι

Όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε
Γίνανε ρεζίλι, γι’ αυτό κρυφτήκανε
Πιάσαν μια δουλίτσα κι όλοι τους κρατούν κλειδιά
Απόκτησαν κοιλίτσα κι από `να δυο παιδιά
Γιόχο, χόχο, χόχο…

Κι όλα τα κορίτσια που `χα γκόμενες
τώρα είν’ όλο βίτσια και πίνουν μόνο νες
Κι αν δεν κάνω λάθος, έχουν όλες γιώτα χι
Θέλουνε και σκάφος και πάνε κι εξοχή

Γιόχο, χόχο, χόχο…

Τώρα σαν τους βλέπω δεν τους χαιρετώ
Ούτε και γουστάρω εγώ να παντρευτώ
Κι άμα μου τη δίνει κάτι τέτοια δειλινά
παίρνω τ’ άλογό μου και πάμε στα βουνά

Πάμε Ντόλυ

Γιόχο, χόχο, χόχο…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα

Δημοφιλή