Είναι η μοναξιά ο απόηχος της πανδημίας;

της Ραφαέλλας Μανέλη

Η πανδημία που επέφερε η εξάπλωση του νέου κορονοϊού, COVID-19, είναι αναμφίβολα ένα γεγονός καθολικό, μεσοποιημένο και τραυματικό. Με άλλα λόγια η πανδημία τέμνει την Ιστορία οδηγώντας σε μια επιτάχυνση της κοινωνιολογικής φαντασίας. Δηλαδή στην πραγματικότητα του COVID-19, οι αιτίες και τα αποτελέσματα αναλύονται ταυτοχρόνως, εν αντιθέσει με την ανάλυση άλλων ιστορικών γεγονότων η οποία ακολούθησε τα συμβάντα, αφήνοντας έναν κατάλληλο χρόνο αφομοίωσης πριν τη συζήτηση για αυτά. Έτσι ο δημόσιος διάλογος που πλαισιώνει την πανδημία γίνεται πολυσημικός και ολοένα και πιο θυμικός. Εύλογα λοιπόν προκύπτουν ερωτήματα αναφορικά με κυρίαρχα συναισθήματα κατά τη διάρκεια της καραντίνας. Γιατί όλοι μιλούν για μια επερχόμενη πανδημία ψυχικής υγείας; Είναι η μοναξιά η κυρίαρχη αίσθηση για τους ανθρώπους της εποχής του COVID-19;

Άγχος, φόβος, ανασφάλεια, μοναξιά είναι τα συχνότερα συναισθήματα που εντοπίζουν οι ερευνητές που επιχειρούν να καταγράψουν το αποτύπωμα της πανδημίας στον ανθρώπινο ψυχισμό. Από τον περασμένο Μάρτιο, γίνεται λόγος για τις επιπτώσεις του εγκλεισμού και τη μοναξιά σε ευάλωτες ομάδες, όπως οι ηλικιωμένοι. Ωστόσο, οι έρευνες δείχνουν ότι το αίσθημα της μοναξιάς είναι γενικευμένο και διαθέτει ένα κοινό γνώρισμα με τον νέο κορονοϊό: δεν κάνει διακρίσεις. Σε σχετική μελέτη της Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, με επικεφαλής την Καθηγήτρια Τάνια Νγκουγιέν, διαπιστώθηκε ότι οι άνθρωποι από 60 έως 70 ετών νιώθουν λιγότερη μοναξιά σε σύγκριση με τους 20άρηδες και τους 30άρηδες. Ενώ, μία σχετική αύξηση της μοναξιάς εμφανίζεται και στους ανθρώπους 40 έως 50 ετών. Φαίνεται ότι παράγοντες όπως, η απώλεια εργασίας, η αναζήτηση συντρόφου και το άγχος για τη δημιουργία καριέρας και οικονομικής ανεξαρτησίας εντείνει τη μοναξιά στις μικρότερες ηλικίες, σύμφωνα με την έρευνα. Παράλληλα, ερευνητές του Πανεπιστημίου του Σαν Ντιέγκο συνηγορούν στα παραπάνω εντοπίζοντας συσχέτιση μεταξύ σοφίας και μοναξιάς, υπογραμμίζοντας τη σημαντικότητα της ενσυναίσθησης στην πάλη του ανθρώπου με τα αρνητικά αποτελέσματα του εγκλεισμού και της απομόνωσης.

Με σκοπό την καλύτερη κατανόηση των συναισθημάτων μιλήσαμε με τη Μένια Μποτοπούλου, Ψυχολόγο, με καταγωγή από την Αρκαδία και σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, για τη μοναξιά, τα συναισθήματα και την αξία της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας στην καραντίνα.

Ο Λόγος για την πανδημία

«Είχε πολλά χρόνια να υπάρξει ένα γεγονός που να κλονίσει συθέμελα τον άνθρωπο και να αλλάξει το ψυχικό φορτίο που κουβαλά ο καθένας. Η πανδημία λειτουργεί – για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού- με όρους τραύματος. Όλη μας η πραγματικότητα έχει μολυνθεί από την πανδημία, καθώς τα πάντα έχουν μπει εν αναμονή. Αυτό δημιουργεί ένα πάγωμα όπως και το τραύμα. Είναι πραγματικότητα ότι γίνεται μεγάλος λόγος για τον COVID-19 καθώς οι εξελίξεις της πανδημίας μονοπωλούν τη δημόσια σφαίρα κι αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί ο τρόπος που μιλάμε για αυτά που συμβαίνουν επηρεάζει και τον τρόπο που τελικά θα τα βιώσουμε» παρατηρεί η κα Μποτοπούλου.

Ο κορονοϊός επιβεβαίωσε ότι η κοινωνία της διακινδύνευσης είναι πραγματικότητα και ο άνθρωπος καλείται να επεξεργαστεί αισθήματα διαρκούς επισφάλειας,  να αντιμετωπίσει τα ελλείμματά του σε ένα περιβάλλον που επιτάσσει πληρότητα. «Αυτό είναι σήμα κατατεθέν ενός καταπιταλιστικού λόγου, ζούμε σε μια εποχή που νομίζουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να τα έχει όλα. Αν κάνουμε μια αναλογία – ψυχικά- αυτό είναι το αίτημα από τα βρεφικά μας χρόνια, το να ζούμε σε ψευδαισθησιακή μακάρια ευτυχία, όπου δεν θα μας λείπει τίποτα. Αυτό συνοδεύει τον άνθρωπο από την αρχή της ζωής του. Ο καπιταλιστικός λόγος πατάει σε αυτό, προκειμένου να κουρδίσει αυτή τη φαντασίωση, η οποία όμως είναι ψευδής και άρα ανεκπλήρωτη. Ταυτόχρονα εξαιτίας του COVID-19, επαναφέρεται ο ίδιος λόγος νοηματοδοτώντας την καθημερινότητα. Είναι σαφές ότι τηρώντας τα μέτρα εξασφαλίζουμε την επιβίωση, ενώ γινόμαστε μονοδιάστατες μηχανές και η φαντασίωση της πληρότητας συνεχίζει να παίζει στο φόντο τις ολόιδιες μέρες που ξυπνάμε, δουλεύουμε, παράγουμε και ξανακοιμόμαστε», σημειώνει η ίδια.

Το μοίρασμα

 «Ήδη από τον Αριστοτέλη ξέρουμε ότι ο άνθρωπος είναι όν κοινωνικό. Η ψυχανάλυση μας διδάσκει ότι για να μπει ο άνθρωπος στον κοινωνικό δεσμό η επιθυμία του πρέπει να περάσει μέσα από την επιθυμία του Άλλου. Ο Άλλος είναι απαραίτητος. Ο ιός αποσάρθρωσε τον κοινωνικό δεσμό. Ειδικά στο πρώτο κύμα της πανδημίας – υπό την επίδραση της άγνωστης απειλής- ο Άλλος (ο φίλος, ο εργοδότης, ο γονέας, ο δάσκαλος) έγινε αποδέκτης διωκτικών ιδιοτήτων από μέρους μας. Νιώθαμε ότι ο οποιοσδήποτε -ανά πάσα ώρα και στιγμή- μπορεί να μας μολύνει. Παράλληλα, ο κάθε Άλλος αποτελούσε ένα υποκείμενο το οποίο θέλαμε να προστατέψουμε, για να μην το μολύνουμε οι ίδιοι. Η κατάληξη ήταν – και είναι –  μια συγκρουσιακή κατάσταση, στην οποία διαγράφουμε τον Άλλον γιατί τον φοβόμαστε και ταυτόχρονα διαγράφουμε τον εαυτό μας γιατί ο Άλλος μας φοβάται. 

«Ο εγκλεισμός και η απομόνωση εντείνουν κάθε κατάσταση στην οποία το άτομο ζορίζεται ή συγκρούεται», εξηγεί. Αλλά, γιατί φοβόμαστε να παραδεχτούμε ότι δεν είμαστε καλά;  «Υπάρχει ένα πρόταγμα θετικής ψυχολογίας που επιτάσσει να είμαστε πάντα καλά και χαμογελαστοί. Αυτές οι επιβεβλημένες σκέψεις πιθανόν να εντείνουν τα αισθήματα της μοναξιάς. Είναι σημαντικό να αγκαλιάσουμε όσα νιώθουμε, να μπορούμε να μην είμαστε καλά. Ο COVID-19 μας αφήνει μια παρακαταθήκη γύρω από τον κοινωνικό δεσμό, υπενθυμίζοντάς μας τη σημαντικότητα και την αναγκαιότητα της συνάντησης. Το μόνο που έχουμε είναι ο εαυτός μας και οι άνθρωποι γύρω μας. Ό,τι έχουμε είναι ο ένας τον άλλον. Είναι αδιανόητο μέσα σε ένα καθεστώς απειλής να μη μοιραζόμαστε την αγωνία με τους ανθρώπους γύρω μας. Εν μέσω πανδημίας έχουν δημιουργηθεί στην Ελλάδα πολλές δομές (κρατικές ή αλληλέγγυες) με σκοπό την ψυχολογική στήριξη. Εκεί οι άνθρωποι επικοινωνούν όσα νιώθουν. Στις τηλεφωνικές γραμμές για τον COVID-19, υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που καλούν στο τηλέφωνο στις τρείς το βράδυ μόνο για λίγη παρέα», υπενθυμίζει.

Κανείς δεν μίλησε για τον Έρωτα

«Η συντροφικότητα και η σεξουαλικότητα δεν απομονώνονται από τη ζωή», τονίζει η κα Μποτοπούλου.  Η απουσία του λόγου γύρω από τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα κάνει παταγώδη θόρυβο, όπως φαίνεται. «Δεν υπάρχει μέριμνα για τον έρωτα στην καραντίνα. Μόνο αν είσαι παντρεμένος μπορείς να μπεις στο ίδιο αμάξι με το σύντροφό σου», παρατηρεί.  Η απουσία λόγου εν προκειμένω προδίδει συντηρητισμό και παρεμβατικότητα καθώς «τονίζει το διαχωρισμό ζωής και επιβίωσης στη νεωτερικότητα. Οτιδήποτε συνοδεύεται από επιθυμία υποτιμάται και «ποινικοποιείται» μπροστά στην επιβίωση και την συνέχεια της παραγωγής» παρατηρεί η ίδια.

Στα 16 χωρίς χαβαλέ

Είναι σημαντικό που μέχρι τώρα η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την τραυματική εμπειρία του εγκλεισμού και τις συνέπειές της στους ευάλωτους πληθυσμούς. Όμως, «η ζωή εν αναμονή» των εφήβων μάλλον γίνεται «αβάσταχτη». «Ένας έφηβος ζει ήδη με όρους μεταβολής και συγκρούσεων, νιώθει ότι τα πάντα είναι ρευστά και ακριβώς για αυτό όλα φαντάζουν πιθανά στο μυαλό του. Ο COVID-19 μπορεί να ματαιώσει αυτή τη δυναμική καθώς επιτάσσει μια πειθαρχία τελείως αντίθετη με την εφηβεία. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο ιός απομακρύνει τους εφήβους από αυτά τα οποία «συγκροτούν εαυτώ» στη δεδομένη ηλικία, όπως τους φίλους, το σχολείο, το φλερτ, τις κοινότητες και τις ομάδες. Παράλληλα, τους επιβάλλει απομόνωση στο μέρος από το οποίο πασχίζουν να απεγκλωβιστούν για να εξατομικευτούν, το σπίτι και την οικογένεια. Αυτή τη στιγμή στερούνται την κοινωνικότητα αλλά και τα χρονικά όρια που είναι απαραίτητα για να οριοθετήσουν το εφηβικό χάος» επισημαίνει η κα Μποτοπούλου.

Αντίσταση κι αλληλεγγύη

Ο COVID-19 είναι ενισχυτής και μεγενθυτής όσων δεινών υπήρχαν μέχρι τώρα, ενώ η αδράνεια φαίνεται ότι απομονώνει το άτομο και το βυθίζει στο μικρόκοσμό του. «Ο COVID-19 χτυπά σφοδρότερα τους πιο ευάλωτους, τους φτωχότερους που βιώνουν αλλεπάλληλες ματαιώσεις, τους ψυχικά νοσούντες για τους οποίους δεν υπάρχει καμία μέριμνα ή τους προσφυγικούς πληθυσμούς στους οποίους η μάχη με τον COVID-19 μέσα σε εξαθλιωτικές συνθήκες διαβίωσης μεγεθύνει – στη χώρα υποδοχής- ήδη υπάρχοντα τραύματα. Όταν δεν αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως δρώντα υποκείμενα, τότε νιώθουμε τα αρνητικά συναισθήματα με περισσότερη οδύνη. Όλοι θα ματαιωθούμε μέσα στις συνθήκες στου COVID-19, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, ωστόσο, είναι βοηθητικό να δημιουργούμε τομές, ρήγματα και ανοίγματα. Είναι σημαντικό να μιλάμε. Μπορεί να ελαφρύνει τη μοναξιά μας και να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθολικότητα του φαινομένου. Είμαστε όλοι μαζί μόνοι σε αυτό και πρέπει να έχουμε ο ένας τον άλλον», τονίζει η κα Μποτοπούλου εξηγώντας τη δύναμη της αλληλεγγύης σε συνθήκες κρίσης για το άτομο και το σύνολο. 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

spot_img
spot_img
spot_img

Πρόσφατα

Δημοφιλή