Millennials στο εξωτερικό: «Αυτή τη στιγμή πουθενά δεν είναι η γη της Επαγγελίας»

Της Ραφαέλλας Μανέλη

Λίγο πριν τις αμερικανικές εκλογές, στις μακρινές και μπερδεμένες Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ο γερουσιαστής Bernie Sanders είπε: «είναι εκπαιδευμένοι, είναι μορφωμένοι και δουλεύουν σκληρά. Αντί να ανταμείβονται, τιμωρούνται πληρώνοντας χρέη» εξηγώντας τη δυσκολία της γενιάς των Millennial αναφορικά με το βιοπορισμό, πολλώ δε μάλλον με την επαγγελματική και οικονομική πρόοδο. Στην Ελλάδα η πανδημία διαδέχτηκε την κρίση χρέους. Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα αποτελέσματα της πανδημίας δεν έχουν φανεί ακόμα.  Η σημερινή εικόνα δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα που θα αντιμετωπίσουμε σε έξι μήνες, επεσήμανε ο οικονομολόγος Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (IOBE) σε ρεπορτάζ της ARD από την Αθήνα: «Η οικονομική στήριξη του δημοσίου στις επιχειρήσεις χορηγείται υπό τον όρο ότι δεν θα γίνουν απολύσεις. Όταν σταματήσει η κρατική βοήθεια αναμένουμε ότι θα υπάρξει σημαντική πίεση σε εργαζομένους και νοικοκυριά και λόγω της ύφεσης που σημειώθηκε στο μεταξύ».

Με αυτά τα δεδομένα, η  ανεργία των νέων χαρακτηρίζεται ως το «πιο βαρύ σύμπτωμα» της νόσου COVID-19 στην Ελλάδα. Μέχρι στον Ιούλιο, η χώρα μας κατείχε μια θλιβερή πρωτιά στην ανεργία συγκριτικά με τα λοιπά κράτη – μέλη της ΕΕ, καθώς σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat – το πολύπαθο 2020-  η ανεργία στην Ελλάδα άγγιξε το 16,8% τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 7,5%. Μέσα σε αυτή τη σκοτεινή περίοδο, υπάρχουν περιπτώσεις νέων ενηλίκων που αποφασίζουν να φύγουν στο εξωτερικό, σε μια προσπάθεια να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία.

Ντουμπάι, αγάπη μου

Το κλείσιμο της εστίασης βρήκε το Μιχάλη με 534 ευρώ και πολλά πάγια έξοδα διαβίωσης. Μέσα στο φθινόπωρο, οι πόλεις της Ελλάδας έκλειναν η μια μετά την άλλη. Ο Μιχάλης τότε ξεκίνησε να στέλνει βιογραφικά με σκοπό τη διασφάλιση απασχόλησης τουλάχιστον στην επόμενη τουριστική περίοδο. Η Μύκονος ήταν μια από τις πρώτες επιλογές για πιθανή εργασία, όντας προπύργιο της τουριστικής βιομηχανίας στη χώρα. Όταν λίγες μέρες αργότερα δέχτηκε μια κλήση στο κινητό του, η οποία ερχόταν από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, πίστεψε ότι κάποιος του κάνει φάρσα. Λίγες μόνο μέρες μετά βρισκόταν στο αεροδρόμιο στο πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό. «Τα νοίκια και οι λογαριασμοί έτρεχαν, οπότε σκέφτηκα να πάω για τρείς μήνες, ίσως καθόμουν λίγο περισσότερο. Αλλά ήξερα ότι δεν θα είναι για πολύ» εξηγεί ο ίδιος.

«Η εστίαση δεν διαφέρει από χώρα σε χώρα. Σαφώς πήρα παραπάνω χρήματα από αυτά της αναστολής στην Ελλάδα αλλά δουλεύαμε 16 ώρες την ημέρα. Ωστόσο, αυτό είναι το ωράριο εργασίας ακόμα και όταν κάποιος δουλεύει σεζόν σε ένα ελληνικό νησί. Ίσως όμως βγάζει παραπάνω χρήματα από όσα έβγαλα εγώ στο Ντουμπάι. Πήγα περισσότερο για την προϋπηρεσία, για το επίπεδο του συγκεκριμένου μαγαζιού».

Αλήθεια, Μιχάλη, τι έγινε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στο Ντουμπάι;

«Ήταν μια φυσιολογική βάρδια με πολλά κουβέρ. Η είσοδος στο μαγαζί εκείνο το βράδυ κόστιζε 1000 ευρώ το άτομο. Για εμάς ήταν ένα ακόμα βράδυ. Όταν δουλεύεις στην εστίαση ξέρεις ότι θα ξανακάνεις Πρωτοχρονιά με ένα πιάτο στο χέρι, εξυπηρετώντας», εξηγεί. «Όμως, ήταν μια μέρα που έβλεπες καθαρά την εικόνα μιας κοινωνίας μοιρασμένης. Στο Ντουμπάι υπάρχουν δύο κόσμοι, αυτό είναι η πραγματικότητα της πόλης. Κάποιοι διασκεδάζουν καταναλώνοντας ακριβά προϊόντα, δαπανώντας υπέρογκα ποσά σε μια μόνο ώρα και κάποιοι δουλεύουν σκληρά, συντηρώντας την επισιτιστική βιομηχανία. Υπήρχε μια χαρακτηριστική φυσιογνωμία, ένας τύπος που ερχόταν στο μαγαζί, από τις 11 το πρωί μέχρι τις 11 το βράδυ –κάθε μέρα- με μια διαφορετική μεγάλη παρέα και κατανάλωνε συνεχόμενα.  Όσες ώρες εγώ δούλευα, αυτός έπινε ακριβό κρασί», σχολιάζει ο Μιχάλης.

«Στο Ντουμπάι πηγαίνεις μόνο για να εργαστείς, είναι δύσκολο να ζήσεις εκεί. Μπορεί να υπάρχουν παροχές από το κράτος, όπως η δυνατότητα γρήγορης έκδοσης ταυτότητας, όμως σ’ αυτά τα μέρη ζεις αποκλειστικά για να εργάζεσαι. Ο υπεύθυνος του πόστου μου ήταν ένας Αιγύπτιος που δουλεύει στο Ντουμπάι τρία χρόνια σε αυτές τις συνθήκες στέλνοντας χρήματα στην οικογένεια του. Μου έλεγε ότι ήθελε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά του», θυμάται ο Μιχάλης. «Συνήθως οι περισσότεροι πάνε εκεί με στόχο, να μαζέψουν χρήματα για έναν συγκεκριμένο λόγο και να δουλέψουν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Οτιδήποτε άλλο είναι πολύ δύσκολο», εξηγεί ο ίδιος.

Η ρομποτική καθημερινότητα και τα σκληρά ωράρια αποτελούν την πραγματικότητα των εργαζομένων στη βιομηχανία των δημοφιλών τουριστικών προορισμών προδίδοντας την επικράτηση ενός αλλοτριωμένου συστήματος παραγωγής χρήματος. «Είδα συναδέρφους μου να τρώνε ό,τι έμενε στα πιάτα των καλεσμένων, πάντα με φόβο να μην τους δει ο μάνατζερ. Αυτοί είναι οι δυο κόσμοι. Από τη μια πλευρά αυτοί που καταναλώνουν πανάκριβα κρέατα κι από την άλλη εκείνοι που παίρνουν ό,τι έμεινε από το πιάτο. Μπορεί να μέναμε σε καλό κατάλυμα αλλά είναι αδύνατο να τρέφεσαι συνέχεια με ρύζι και μακαρόνια. Εγώ έχασα 10 κιλά τους δυο πρώτους μήνες», επισημαίνει.

Γίνεται κατανοητό ότι η ατομική ευθύνη είναι πολυτέλεια σε αυτές τις συνθήκες και σε τέτοιους ρυθμούς. «Δεν ξέρω αν πέρασα COVID-19. Υπήρχαν πάρα πολλά κρούσματα, στο προσωπικό και στη χώρα. Μετά τις γιορτές η κατάσταση επιδεινώθηκε. Σε αυτή τη χώρα, δεν είναι στο επίκεντρο ο άνθρωπος αλλά τα χρήματα. Δεν υπήρχε κρατική μέριμνα. Στοιβαζόμασταν μέσα στο λεωφορείο για να μας πάνε στο εστιατόριο», σημειώνει.

Μιλώντας για τα συναισθήματα του αυτούς τους μήνες στο εξωτερικό εξηγεί «είχα ένα αίσθημα ενοχής όταν έφυγα, δεν έχω μάθει να φεύγω. Είμαστε δύσκολα εδώ, ήθελα να είμαι παρών. Θέλω να συμμετέχω, δεν είμαι ο άνθρωπος που φεύγει και δεν αγωνίζεται, δεν ξέρω γιατί το σκέφτομαι έτσι  αλλά αυτό ήταν το συναίσθημα μου.  Γύρισα για να μάθω να στέκομαι στα δύσκολα εδώ. Πουθενά δεν είναι η γη της Επαγγελίας αυτή τη στιγμή. Είναι λίγο παραμυθάκι η γενικευμένη ιδέα ότι «στο εξωτερικό είναι αλλιώς».

Φαντασιώσεις και ελπίδες

Στο τελευταίο συνηγορεί και η Αναστασία που λίγο μετά την πρώτη καραντίνα αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα χωρίς να ξέρει πότε θα γυρίσει. Όπως λέει, η «δουλειά στο εξωτερικό έχει καθιερωθεί  στο μυαλό μας ως κάτι το αξιοζήλευτο, αλλά αυτό μπορεί να είναι απλώς μια φαντασίωση». Η ίδια σήμερα δουλεύει σε μια πολυεθνική και όπως υποστηρίζει «ήταν ευκολότερο να φύγει αυτή τη χρονική στιγμή από τη χώρα, δεδομένου ότι όλος της ο κύκλος είναι εγκλωβισμένος μέσα στο σπίτι και η Ελλάδα είναι σε μια φάση γενικής καταστολής».

Ο κορονοϊός έχει επηρεάσει την καθημερινότητα σε όλες τις χώρες αλλά η ίδια εξηγεί ότι «στο εξωτερικό μπορείς ακόμα να απολαύσεις κάποια πράγματα, δεν υπάρχει αυτή η μανία με τα μηνύματα στο 13033 που είναι απλώς ένα ψέμα», σχολιάζει. Ακόμα, η Αναστασία επισημαίνει ότι οι καιροί που ζούμε δεν ευνοούν τις αλλαγές. Πριν αποφασίσει να φύγει είχε αρκετές αμφιβολίες, αλλά όπως λέει το σημαντικότερο είναι να προσπαθήσεις να βγεις από τη «ζώνη ασφαλείας» σου.

Ο Μιχάλης και η Αναστασία κατάγονται από την Τρίπολη. Η Αναστασία, μιλώντας για την πιθανή επιστροφή της, όταν όλα αυτά θα έχουν τελειώσει, σκέφτεται: «μου αρέσει ο τρόπος ζωής στην Τρίπολη. Μπορεί να μεγαλώσαμε με τη μανία να φύγουμε από την πόλη, αλλά χαίρομαι για όσους γυρνούν με εφόδια και έχουν τη διάθεση να αλλάξουν παθογένειες που παρατηρούμε και μας απωθούν από αυτήν, είναι σημαντικό να ανανεώσουμε την αύρα της».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

spot_img
spot_img
spot_img

Πρόσφατα

Δημοφιλή