Τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουν τα παιδιά από τους γονείς τους;

Γράφει η Ελένη Δουρίδα, Ψυχολόγος

Οι περισσότεροι γονείς αναρωτιούνται τι είναι αυτό που τα παιδιά τους αναζητούν και επιθυμούν από αυτούς. Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση των παιδιών, να
δούμε μέσα από τα μάτια τους και να ακούσουμε μέσα από τα αυτιά τους!

Οι τρεις αναλλοίωτες ιδιότητες του γονέα από τα μάτια των παιδιών είναι: η
αίσθηση άχρονης παρουσίας του γονέα στη ζωή του παιδιού, η απόλυτη υπαρξιακή
σύνδεση μεταξύ παιδιού και γονέα και η ύπαρξη των «μη» και των «όχι». Αυτές οι
τρεις ιδιότητες του γονέα απαντούν και στα τρία θεμελιώδη ζητούμενα του παιδιού
για ευστάθεια του κόσμου, εμπιστοσύνη στη ζωή και δίψα για μαθητεία.

Πιο αναλυτικά, ο γονέας δημιουργεί στο παιδί την αίσθηση ενός άχρονου,
ακατάλυτου δεσμού. Η αίσθηση του δεσμού αυτού είναι τέτοια που απαντά στο
πρωταρχικό και πρωτόγνωρο ερώτημα του παιδιού: «Άραγε με θέλει ο κόσμος;»,
«θέλει να υπάρχω;». Ο γονέας αποτελεί για το παιδί εκείνο το πλάσμα που πάντα θα
του εγγυάται την απάντηση στην πιο δύσκολη και λογική συνάμα ερώτηση που
αναφέρθηκε παραπάνω: «NAI, ο κόσμος σε θέλει! Θέλει να υπάρχεις!». H φυσική
παρουσία του γονέα, η σωματική του επαφή με το παιδί, η φροντίδα, η ανακούφιση
και η ευχαρίστηση που του προσφέρει σε συνδυασμό με την συναισθηματική του
παρουσία, αποδεικνύουν έμπρακτα την άνευ όρων διαθεσιμότητα και εμπιστοσύνη
του προς το παιδί, που αναζητά διακαώς από τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής
του.

Με όλα τα παραπάνω, ο γονέας δίνει σαφές μήνυμα στο παιδί: «ό, τι και να γίνει,
ό,τι και να συμβεί, θα είμαι εδώ για εσένα και θα είμαι πάντα δίπλα σου». Το παιδί
αναζητά διαρκώς την συναισθηματική και πνευματική παρουσία του γονέα. Ο γονέας
συμβολίζει στα μάτια και τα αυτιά του παιδιού τον επαρκή συνομιλητή, που διαθέτει
την ισχύ του γνώστη και του κατόχου των εργαλείων ζωής στην κοινωνία,
λειτουργώντας σαν προστάτης και σαν πρότυπο.

Αυτή η ισχυρή αίσθηση της παρουσίας των γονέων στη ζωή του παιδιού εξηγείται
επαρκώς τόσο στην προσχολική και σχολική περίοδο, όσο και στην περίοδο της
εφηβείας, κατά τις οποίες το παιδί πλάθει μια φαντασίωση, η οποία περιλαμβάνει το
σενάριο όπου οι πραγματικοί γονείς δεν είναι αυτά τα ατελή πλάσματα που
μεγαλώνουν μέχρι εκείνη τη στιγμή το παιδί, αλλά κάποιοι άλλοι ανώτερης
κοινωνικής και φαντασιακής βαθμίδας. Η παραπάνω φαντασίωση εξηγεί την
καταλυτική ανάγκη του παιδιού να πιστέψει ότι έχουν υπάρξει κάποιοι επαρκείς
εκπρόσωποι του κόσμου που προετοίμασαν την θέση για τη δική του ύπαρξη. Έτσι λοιπόν, αν οι φυσικοί γεννήτορες δεν ταιριάζουν ακριβώς με τη δική του ιδέα για
αυτά τα ιδανικά πλάσματα, τότε πλάθει με τη φαντασία του ό, τι ταιριάζει ακριβώς σε
αυτό που θέλει, δηλαδή τέλειους γονείς.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, θα λέγαμε ότι ο γονέας ενσαρκώνει την ρητή σύνδεση του
κόσμου μέσα από την ύπαρξή του, ως δεδομένη κι ακατάλυτη, όσο κι αν αναπλάθεται χρονικά μέσα από τα φίλτρα της εμπειρίας, της φαντασίας και της σκέψης του παιδιού.

Άλλη ιδιότητα ιδωμένη μέσα από τα μάτια των παιδιών, αποτελεί το δεδομένο ότι
το παιδί αναμένει να αγαπιέται από τον γονέα, μόνο και μόνο λόγω του απόλυτου
γνωρίσματος ότι πρόκειται για το δικό του παιδί. Η αίσθηση αυτής της ανιδιοτελούς
αγάπης, όπου ο γονέας αγαπά το παιδί του ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλη
ιδιότητα (αν είναι ψηλό-κοντό, χοντρό-λιγνό, μελαχρινό-ξανθό, τακτικό-ακατάστατο,
κλπ.) το συνοδεύει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και σε όλες τις συνθήκες. Στην
πορεία της εμπειρίας βέβαια, μπορεί να γεννηθεί στο παιδί η εντύπωση ότι οι γονείς
το αγαπούν υπό όρους (να τους ακούει, να είναι καλός μαθητής, κλπ). Σ’ αυτή την
συνθήκη το παιδί υποφέρει, όχι όμως για τους συγκεκριμένους όρους, αλλά γιατί
αυτή η εντύπωσή του είναι ασύμβατη, δεν ταιριάζει και μάλιστα συγκρούεται με τη
βαθύτερη πεποίθησή του ότι οι γονείς το αγαπούν επειδή είναι παιδί τους και αυτό
φτάνει και περισσεύει!

Έτσι λοιπόν, όταν το παιδί ρωτάει τον γονέα με λόγια ή με πράξεις: «Με
αγαπάς;
», δεν το κάνει για να μάθει αν τον αγαπά, ούτε γιατί το ευχαριστεί να ακούει
ξανά και ξανά την απάντηση, την οποία ήδη γνωρίζει, ούτε γιατί επιθυμεί να
εξασφαλίσει κάποια οφέλη («Αφού με αγαπάς, θα μου πάρεις το τάδε παιχνίδι;»),
αλλά επειδή αισθάνεται ότι ο γονέας δυσκολεύεται ως προς αυτή την άνευ όρων κι
απόλυτη σχέση αγάπης που τον συνδέει μαζί του.

Τέλος, μια ακόμα αναλλοίωτη ιδιότητα του γονέα, από την σκοπιά του παιδιού
είναι ότι ο γονέας μπορεί να αρνείται και να απαγορεύει, χωρίς να ταλαντεύεται στο
αν η άρνηση και η τιμωρία πλήττουν συναισθηματικά και ψυχικά το παιδί. Αντίθετα
μάλιστα, το προστατεύον και το ανακουφίζουν. Ειδικότερα, μπορεί να λέει «ΜΗ!»
και «ΟΧΙ!», χωρίς να φοβάται. Το παιδί δεν είναι σε θέση να ξέρει με όρους
ρεαλιστικούς τι μπορεί να απειλήσει έναν γονέα, ή τι μπορεί να κάνει έναν γονέα να
νιώθει αδύναμος στο να υποστηρίξει τα πρέπει, τα θέλω και τις απόψεις του. Για το
λόγο αυτό, τα παιδιά προσπαθώντας να καταλάβουν τι συμβαίνει στους γονείς τους,
επιστρατεύουν τη φαντασία τους, τοποθετώντας τον εαυτό τους σε μια συνήθως πρωταγωνιστική θέση μέσα στην φαντασίωσή τους, όπου ο φόβος του γονέα γίνεται
φόβος δικός τους, η αδυναμία του γονέα γίνεται δική τους, αναλαμβάνοντας πολλές
φορές τον ρόλο του «σωσία» μέσα στην οικογένεια!

Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα για το πώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται τους
γονείς και τον ρόλο τους, αναλογιζόμενοι την καταλυτική σημασία που κατέχει η θέση του γονέα στη ζωή του παιδιού, κι αποτελούν αφορμή να συνδεθούμε και να αναθρέψουμε το μικρό παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας!!

Δουρίδα Ελένη
Ψυχολόγος

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σιδέρης, Ν. (2009). Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν! Αθήνα:
Μεταίχμιο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα

Δημοφιλή