spot_img

Γιατί τόσο αίμα;

Του Κωνσταντίνου Σκιντζή

Στη Μακρινίτσα του Πηλίου. Κυριακή βράδυ. Μέσα σε 10 λεπτά, ένα παιδί έχασε τη μάνα και τον θείο του. Μια κοπέλα χήρεψε πριν καν παντρευτεί. Δυο γονείς έχασαν και τα δυο τους παιδιά. Και πριν προλάβουμε να ξεπεράσουμε το σοκ, πριν προλάβουμε να το ξεχάσουμε, στην Κυπαρισσία, ένας νιόπαντρος πατέρας πήγε στη δουλειά του όπως κάθε μέρα, μα δε γύρισε ποτέ. Κι ακόμη ένα παιδί έμεινε χωρίς πατέρα. Κι ακόμη μια νέα γυναίκα χήρεψε.

Η εβδομάδα οδεύει προς το τέλος της. Άλλη μία εβδομάδα που τα δελτία ειδήσεων και οι ιστοσελίδες ήταν γεμάτα θάνατο. Στεκόμαστε μουδιασμένοι απέναντι στα γεγονότα. Βάζουμε τους εαυτούς μας ή τα αγαπημένα μας πρόσωπα στη θέση των θυμάτων και η ανατριχίλα μας μεγαλώνει. Νιώθουμε όπως το μικρό παιδί στο σκοτάδι και πιάνουμε τον εαυτό μας να αναρωτιέται κρυφά «γιατί Θεέ μου;». Όμως ο Θεός, ο όποιος Θεός, δεν έχει καμιά ευθύνη. Μας χάρισε την ελευθερία και μας άφησε να τη διαχειριστούμε. Όποτε η ερώτηση «γιατί άνθρωπε;» ίσως έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αλλά, μάλλον, είναι πιο πολύπλοκο να απαντηθεί.

Εύκολα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη σκοτεινή πλευρά του είδους μας και τα βίαια ένστικτά του. Για το εύθραυστο της ανθρώπινης ψυχολογίας και το ακατανόητο του ανθρώπινου μυαλού. Τι είναι όμως αυτό που ενεργοποιεί τις πιο μαύρες διαδρομές της ψυχοσύνθεσής μας; Τι είναι αυτό με το οποίο φορτώνουμε τους εαυτούς μας και τους οδηγούμε στην έκρηξη; Γιατί μισούμε τόσο;

Στα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης το μίσος κρυβόταν πίσω από την οργή. Εκεί έβρισκε καταφύγιο και συνέχιζε να αναπτύσσεται αθόρυβα. Η οργή, ο θυμός ήταν οι δικαιολογίες που το έτρεφαν. Και το μίσος θέριευε. Κι όταν η μεγάλη οργή κόπασε και ο θυμός κουράστηκε, το μίσος φανερώθηκε σε όλη του την έκταση. Το έβλεπες πια ολοκάθαρα στα βλέμματα των ανθρώπων. Μίσος για κάθε αντίρρηση, κάθε διαφορετικότητα, κάθε σκέψη, γνώμη, δράση που ξέφευγε από την προσωπική μας θεώρηση περί ορθού και κανονικού. Σε μια χώρα που καμαρώνει πως γέννησε τη δημοκρατία, ακόμη και η δημοκρατία έγινε μισητή.

Με τα χρόνια, συνηθίσαμε να μισούμε ό,τι δε μας αρέσει γιατί ποτέ δε μάθαμε να σεβόμαστε την αντίθετη άποψη και να κάνουμε διάλογο μαζί της. Ποτέ δε μάθαμε να διαφωνούμε χωρίς να πυροβολούμε. Κι όταν το μίσος δεν χωράει άλλο μέσα μας, ανοίγουμε τη βαλβίδα της βίας για να εκτονωθεί. Από το έγκλημα στη Marfin, τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, τις επιθέσεις κατά μεταναστών και προσφύγων, μέχρι τα εγκλήματα στη Μακρινίτσα και την Κυπαρισσία, το μίσος είναι παντού. Κι αν στην περίπτωση της Μακρινίτσας υπάρχει ακόμη η αίρεση της ψυχικής υγείας του δράστη, στην Κυπαρισσία η ομολογία του δολοφόνου πως επρόκειτο για «ζήτημα τιμής» βρίσκει τη συμπάθεια (!) πολλών συμπολιτών μας προκαλώντας απελπισία.

Το μίσος στην Ελλάδα, η ανάγκη για αίμα, έφτασε μέχρι το κοινοβούλιο και έμεινε εκεί 7 χρόνια. Έφτασε να είναι δημοσκοπικά μέχρι και τρίτο κόμμα, αντικατοπτρίζοντας μια κοινωνία σε πλήρη σήψη. Περισσότερο όμως και από το κοινοβούλιο, το μίσος το συναντούμε γύρω μας κάθε μέρα. Βρίσκεται στις ουρές των σούπερ μάρκετ και των δημόσιων υπηρεσιών. Βρίσκεται στον δρόμο, σε κάθε φανάρι, σε κάθε προσπέραση, σε κάθε εκούσια ή ακούσια παραβίαση του Κ.Ο.Κ. Βρίσκεται στο στόμα μας κάθε φορά που μιλάμε για τους πολιτικούς, τους κεφαλαιοκράτες, τα Μ.Μ.Ε. ή οποιονδήποτε θεωρούμε πως ευθύνεται για τη σημερινή μας κατάσταση. Βρίσκεται στους μεταξύ μας απλούς καθημερινούς διαλόγους, προφορικούς ή γραπτούς. Βρίσκεται στη σκέψη μας και είναι έτοιμο να εξωτερικευθεί με το παραμικρό ερέθισμα.

Το μίσος δεν τιθασεύεται. Είναι ψευδαίσθηση να νομίζουμε πως μπορούμε να το ελέγξουμε. Για να ελέγξεις κάτι πρέπει πρώτα να παραδεχθείς την ύπαρξή του. Το μίσος, όμως, έχει την τάση, όσο περισσότερο το διαβάζουμε μέσα μας, τόσο περισσότερο να δυναμώνει. Όταν μάλιστα συναντά και τον εγωισμό, τότε βρίσκει την πανοπλία που έψαχνε για να είναι πανίσχυρο.

«Άρα; Δεν υπάρχει λύση;» θα ρωτήσει κάποιος. Ο Αντρέ Μπρετόν λέει πως «Ο άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση». Το μίσος μπορεί να νικηθεί μόνο από το σεβασμό, την κατανόηση, την αλληλεγγύη, την αξιοπρέπεια, την ομοψυχία. Κι αυτές τις έννοιες, μόνο ο άνθρωπος μπορεί να τις κατανοήσει και μόνο εκείνος μπορεί να τις μεταδώσει και να τις καλλιεργήσει στον άλλο άνθρωπο. Δεν είναι θέμα ούτε μόρφωσης, ούτε ευφυίας. Πόσους «μορφωμένους», άλλωστε, δεν βλέπουμε συχνά να μιλούν με ένα λόγο υβριστικό, προσβλητικό και διχαστικό, δίχως να ακούν; Το μίσος δεν πηγάζει από το νου αλλά από το θυμικό μας. Γι’ αυτό και δεν κουμαντάρεται.

Ο κόσμος, δεν αλλάζει από εκείνους που πήγαν να λιντσάρουν τον δολοφόνο της Μακρινίτσας. Αλλάζει από τους συγγενείς του δολοφόνου της Κυπαρισσίας που δήλωσαν πως δε θέλουν να έχουν καμία σχέση μαζί του.

Δεν ξέρω τι ελπίδα υπάρχει για τις γενιές που τρέχουν τη χώρα τώρα, ή για τις παλιότερες που είναι ακόμη εν ζωή. Σίγουρα όμως υπάρχει ελπίδα για τις γενιές που έρχονται. Αρκεί να τις πλάσουμε σωστά και να μην τις θρέψουμε με αυτήν την αρρώστια.

«Γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

spot_img
spot_img

Πρόσφατα

Δημοφιλή